ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

8 Μαΐου 2018

Σημεία ομιλιών των κ.κ Μουζέλη, Μαρατζίδη και Σωτηρέλη από την εκδήλωση «ατζέντα Επόμενη Ελλάδα»

Σημεία από τις ομιλίες των Ν. Μουζέλη, Ν. Μαραντζίδη και Γ. Σωτηρέλη που πραγματοποιήθηκαν στην εκδήλωση «ατζέντα Επόμενη Ελλάδα».

ΟΙ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΧΩΡΟ
ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΖΕΛΗΣ, ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ LSE

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

1)  Οι δύο πιο σημαντικές εξελίξεις στην Ευρωζώνη είναι η άνοδος του λαϊκισμούκαι η κάθοδος της σοσιαλδημοκρατίας.

  1. 2)  ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

    • -  Άμβλυνση αυτονομίας του κράτους-έθνους. Αδυναμία ελέγχου των κινήσεων

      των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων.

    • -  Εντεινόμενες ανισότητες.

    • -  Κρίση εθνικών ταυτοτήτων.

    • -  Μαζικές μεταναστευτικές ροές.3)  ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

      • -  Μείωση ανισοτήτων/Καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο

      • -  Πολιτικός έλεγχος των αγορών.

      • -  Εμβάθυνση της δημοκρατίας

      • -  Εξελικτισμός: Σταδιακή πορεία, μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, για την

        επίτευξη μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας (κατά τον Bernstein «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός»).

        Οι παραπάνω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν όχι σε εθνικό, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.4)  ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ είναι η βασική προϋπόθεση από τη μια μεριά για την καταπολέμηση του νεοφιλελευθερισμού και από την άλλη του λαϊκισμού.

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

1)  Μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς την Ευρωζώνη, οι διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής έχουν αμβλυνθεί.

2)  Η ιδέα της Φωφής Γεννηματά πως μπορεί μεσοπρόθεσμα το Κίνημα Αλλαγής μόνο του να γίνει ο δεύτερος πόλος του κομματικού συστήματος ή πως δεν θα συνεργαστεί ούτε με την ΝΔ ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ουτοπική.

3)  Η δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ εξηγείται από το ότι το παλαιοκομματικό κατεστημένο θεωρεί πως με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ χάνονται κεκτημένα που τους ανήκουν δικαιωματικά.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Κινήματος Αλλαγής μπορεί (α) να μετατρέψει το Κίνημα σε σοβαρό πόλο του πολιτικού συστήματος, (β) να αμβλύνει την συγκρουσιακή κουλτούρα που επικρατεί και να μειώσει την πόλωση, και (γ) να ανεβάσει το επίπεδο των στελεχών επ’ εωφελεία και των δύο.

Ομιλία Ν. Μαραντζίδη
Σημεία για την προοδευτική πολιτική στην Ελλάδα του 21ου αιώνα

1. Ο αργός θάνατος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Το 1989 θρυματίστηκε μεσα στον εκκωφαντικό θόρυβο που κάνει ένα τείχος όταν καταρρέει, μια ιδέα που έκλεινε ακριβώς 200 έτη ζωής: «όποιος κατακτήσει την κρατική εξουσία μπορεί να αλλάξει τον κόσμο».

Η ιδέα αυτή επηρέασε τον σύνολο της πολιτικού φάσματος, αλλά δαιμόνισε την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια αριστερά. Μπορεί οι μπολσεβίκοι να υπήρξαν οι πιο κυνικοί και αποτελεσματικοί προωθητές της, όμως και πολλοί σοσιαλιστές οραματίστηκαν «να σαρώνουν το παρελθόν» όπως ο ύμνος της διεθνούς που τραγούδησαν όλοι τους προέταζε.

Η σοσιαλδημοκρατία είναι πλέον παρωχημένη. Απηχεί άλλον αιώνα και άλλες συνθήκες ζωής και εργασίας. Δημιουργήθηκε στο απόγειο της βιομηχανικής επανάστασης και του εθνικού κράτους μέσα στο κόσμο της βαριάς βιομηχανίας και των αλυσίδων παραγωγής και εξέφρασε έναν ιστορικό συμβιβασμό: την αναγνώριση από τη μια, πως ο καπιταλισμός είναι το μόνο αξιόπιστο μέσο παραγωγής πλούτου αλλά από την άλλη την αντιμετώπιση του ως ηθικά ελαττωματικού καθώς αυτός συνδέεται με τη δομική ανισότητα και τη φτώχεια. Η σοσιαλδημοκρατία θεώρησε πως τα ελαττώματα του καπιταλιστικού συστήματος μπορούν να διορθωθούν από το έθνος-κράτος μέσα από μία διαδικασία οικονομικής και κοινωνικής μηχανικής στα πλαίσια της φιλελεύθερης δημοκρατίας που αέναα θα μετασχηματιζόταν. Η σοσιαλδημοκρατία συνέδεσε την επιτυχία της με την οικονομική και πολιτική επιτυχία του έθνους-κράτους και την ικανότητα του τελευταίου να ορίζει την τύχη των πολιτών του μέσα στα σύνορα του.

Η σοσιαλδημοκρατία αργοπεθαίνει λοιπόν. Οι αιτίες για αυτόν τον αργόσυρτο θάνατο είναι πολλές και έχουν συστηματικά αναλυθεί (Μοσχονάς): α) συρρίκνωση της κοινωνικής βάσης, της βιομηχανικής εργατικής τάξης, β) ανάδυση νέων κομμάτων με φρέσκια ιδεολογική «μεταυλιστική» ατζέντα και ιδιαίτερη απήχησησε νέους (πχ Πράσινοι, Αριστεροί φιλελεύθεροι ή εναλλακτικοί και Ριζοσπάστες της Αριστεράς) ή οικειοποίηση ενός τμήματος της απογοητευμένης από τις επιδόσεις της εκλογικής βάσης από τους εθνολαϊκιστές της δεξιάς γ) αδυναμία πειστικής οικονομικής πολιτικής λόγω της δυναμικής της παγκοσμιοποίησης,

Πλέον, οι σοσιαλιστές δείχνουν να μην διαθέτουν καμιά συγκεκριμένη ιδέα ποια στρώματα θέλουν να εκφράσουν και ποια κατεύθυνση θέλουν να ακολουθήσουν. Όταν κινούνται δεξιά, ως σώφρονες διαχειριστές, δεν μπορείς να τους ξεχωρίσεις από τους κεντροδεξιούς, και όταν μετακινούνται αριστερά για να εκφράσουν τους φτωχούς ή τους αποκλεισμένους τότε υιοθετούν ρητορικές της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Αρκετοί σοσιαλδημοκράτες αντιλαμβανόμενοι την παγκοσμιοποίηση ως τη βασική αιτία της ήττας τους επιθυμούν να επιστρέψουν πίσω στην αγκαλιά του έθνους- κράτους και να αποκαταστήσουν την ισχύ του. Πρόσφατα τέτοιες πολιτικές εναντίον της παγκοσμιοποίησης και «κλεισίματος του ματιού» στα κλειστά εθνικά σύνορα εμφανίστηκαν σε διάφορα κόμματα της κεντροαριστεράς στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Αυτή η εποχήέχει παρέλθει για πάντα. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται απλώς ρίχνει νερό στο μύλο μιας αντιδραστικής και νατιβιστικής δεξιάς που εμφανίζεται ολοένα και πιο απειλητική παντού στην Ευρώπη.

2. Το δυνατό κύμα της ριζοσπαστικής αριστεράς

Αν η σοσιαλδημοκρατία παρακμάζει αργά αλλά σταθερά, η ριζοσπαστική αριστερά που εμφανίστηκε ως τσουνάμι στο πολιτικό προσκήνιο μετά το 2008 φαίνεται πως ταρακούνησε το σύστημα. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην κληρονομιά της ριζοσπαστικής αριστεράς, στον επαναστατικό της χαρακτήρα και στη βαθιά της πίστη πως θα αλλάξει ριζικά τον κόσμο. Η κληρονομιά του 1917 παρά την τραγωδία του «κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού» είναι υπαρκτή στο νέο ριζοσπαστισμό. Η πραγματική δύναμη των ζηλωτών δεν είναι πως πιστεύουν τα όνειρα τους, αλλά πως κάνουν τους αντιπάλους τους να τα πιστεύουν και αυτοί ως εφιάλτες βέβαια.

Στην πραγματικότητα η ριζοσπαστική αριστερά διεθνώς, αλλά και στη χώρα μας, δείχνει και αυτή να έχει χάσει την ορμή της και κυρίως τη βασική της πυξίδα.

Παρά το γεγονός πως η κριτική της στην παγκοσμιοποίηση και στον καπιταλισμό ήταν στενότερα δεμένη με την ριζοσπαστική επαναστατική κληρονομιά του 19ουαιώνα και αυτή φαίνεται να τρώει τα μούτρα της. Στην Ελλάδα ή αλλού, οι ριζοσπάστες της αριστεράς ορθώς επισημαίνουν κάποια από τα προβλήματα και τις αδυναμίες του συστήματος αλλά όταν κλήθηκαν να τα θεραπεύσουν, στην καλύτερη περίπτωση οι συνταγές τους ήταν αντιγραφές μιας ήπιας σοσιαλδημοκρατίας (κι αυτό όχι λόγω μνημονίου).

Στην πραγματικότητα, η ριζοσπαστική αριστερά απέτυχε στο ίδιο πεδίο που αποτυγχάνει η σοσιαλδημοκρατία αλλά περισσότερο παταγωδώς και σπασμωδικά καθώς δεν έχει εμπειρία της εξουσίας και κουλτούρα συμβιβασμού: στην αδυναμία της να διαχειριστεί τους υπερεθνικούς, παγκόσμιους ουσιαστικά μηχανισμούς που προσδιορίζουν σήμερα το διεθνές οικονομικό σύστημα.

Το πρόβλημα της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι ουσιαστικά το ίδιο με αυτό της σοσιαλδημοκρατίας: επιλέγει να αναμετρηθεί στο λάθος γήπεδο, με τα λάθος εργαλεία: στο γήπεδο της εθνικής πολιτικής, τη στιγμή που το αποτέλεσμα διαμορφώνεται στο διεθνές πεδίο. Έχει όμως ένα πλεονέκτημα σε σχέση με την σοσιαλδημοκρατία: σκέφτεται καθολικά, παγκόσμια!

3. Οι νέοι στόχοι: χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις, παγκόσμια ευέλικτη δημοκρατία, επαναπροσδιορισμός της έννοιας της ιδιότητας του πολίτη

Ο θάνατος του έθνους-κράτους δεν υποδηλώνει το θάνατο της πολιτικής, υποδηλώνει το θάνατο της πολιτικής μέσα στα ξεπερασμένα πλαίσια της εθνικής πολιτικής. Πρέπει λοιπόν να εφεύρουμε πολιτικές μορφές ικανές να λειτουργήσουν σε παγκόσμιο επίπεδο. Κατ’ επέκταση τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα πρέπει να συμπληρωθούν από παγκόσμιους δημοσιονομικούς κανονισμούς και προφανώς και από διακρατικούς πολιτικούς μηχανισμού επίσης. Η παγκοσμιοποίηση είναι μεν εκθαμβωτική, αλλά είναι σήμερα επικίνδυνα ανολοκλήρωτη. Για να υπηρετήσει την ανθρώπινη κοινότητα πρέπει να υποταχθεί σε εξίσου εντυπωσιακές πολιτικές υποδομές που προς το παρόν δεν έχουμε συλλάβει. Συμφωνώντας απολύτως με τον ινδο-βρετανό συγγραφέα Rana Dasgupta τρεις δείχνουν να είναι οι προτεραιότητες για μια προοδευτική πολιτική στον 21ο αιώνα:

Ο πρώτος στόχος δεν μπορεί να είναι άλλος από την παγκόσμια χρηματοοικονομική ρύθμιση.Οι σημερινοί μεγάλοι μηχανισμοί δημιουργίας πλούτου διανέμονται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγουν τα εθνικά φορολογικά συστήματα. Πολλές εθνικές κυβερνήσεις εποικίζονται από συμφέροντα πολυεθνικών που αναζητούν διαρκώς φορολογικού παραδείσους. Η πρόσφατη υπόθεση της κυβέρνησης Ρούτε με την Unilever ή για να έρθω στα δικά μας η υπόθεση με την εκτίναξη της ιατροφαρμακευτικής δαπάνης κατά τα έτη 2004-2009 και η υπόθεση Νοβάρτις αποτελούν είναι μικρά δείγματα. Το 94% των ταμειακών αποθεμάτων της Apple (250b) κρατούνται σε offshores. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να δεχθούμε πως τεχνικά η παγκόσμια ρύθμιση είναι αδύνατη. Η ιστορία του έθνους-κράτους συνιστά μια διαρκής φορολογική καινοτομία και η επόμενη τέτοια καινοτομία οφείλει να είναι διακρατική: πρέπει να δημιουργήσουμε συστήματα για την παρακολούθηση των διεθνικών ροών χρήματος και να μεταφέρουμε ένα μέρος αυτών σε δημόσιους διαύλους.Χωρίς αυτή τη ρύθμιση, η πολιτική μας υποδομή θα συνεχίσει να γίνεται όλο και περιττή στην πραγματική υλική ζωή.

Κατά τη διαδικασία αυτή πρέπει επίσης να σκεφτούμε σοβαρότερα την παγκόσμια ανακατανομή: όχι την παροχή βοήθειας στους φτωχούς, αλλά τη συστηματική μεταφορά πλούτου από πλούσιους σε φτωχούς για τη βελτίωση της ασφάλειας όλων, και της παγκόσμιας κοινωνικής συνοχής όπως συμβαίνει στις εθνικές κοινωνίες.

Ο Δεύτερος στόχοςείναι αυτός που θα ονομάζαμε παγκόσμια ευέλικτη δημοκρατία. Καθώς τα νέα τοπικά και διακρατικά πολιτικά ρεύματα γίνονται ισχυρότερα, το άκαμπτο μονοπώλιο του έθνους-κράτους στην πολιτική ζωή καθίσταται ολοένα και πιο αδύναμο. Τα έθνη πρέπει να ενταχθούν σε μεγαλύτερες στοίβες άλλων σταθερών, δημοκρατικών δομών. Η ΕΕ είναι το πιο σημαντικό, και από πολλές απόψεις επιτυχημένο πείραμα προς αυτήν την κατεύθυνση, παρά το δημοκρατικό έλλειμμα που ακόμη τη χαρακτηρίζει. Όμως «η ΕΕ δεν αποτελεί απλώς «το πιο πρόσφορο πεδίο της πάλης, ταξικής και πολιτικής». Η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων και κεφαλαίων εκδημοκρατίζει την οικονομική ευκαιρία μέσα στην Ευρώπη. Επιπλέον η Ευρώπη των περιφερειών θα συμβάλει να ηρεμήσουν οι εθνικές αναταράξεις σε περιοχές όπως η Ισπανία για παράδειγμα.

Τρίτος στόχος:πρέπει να βρούμε νέες αντιλήψεις και νέες νομικές λειτουργίες για την ιδιότητα του πολίτη. Η ιθαγένεια είναι αρχέγονη μορφή αδικίας στον κόσμο. Λειτουργεί ως ακραία μορφή κληρονομούμενης περιουσίας και, όπως και άλλα συστήματα στα οποία το κληρονομικό προνόμιο είναι συντριπτικά καθοριστικό, προκαλεί ελάχιστη υπακοή σε όσους δεν κληρονομήσουν τίποτα. Πολλές χώρες έχουν καταβάλει προσπάθειες, μέσω της κοινωνικής και εκπαιδευτικής πολιτικής, να εξουδετερώσουν τις συνέπειες των τυχαίων πλεονεκτημάτων όπως η γέννηση. Όμως παγκοσμίως, το 97% της ιθαγένειας κληρονομείται, πράγμα που σημαίνει ότι οι ουσιαστικοί ορίζοντες της ζωής σε αυτόν τον πλανήτη έχουν ήδη καθοριστεί κατά τη γέννηση.

4. Το μέλλον τηςπροοδευτικής πολιτικής στην Ελλάδα:φτωχοί όλων των ηλικιών και νέοι όλων των εισοδημάτων ενωθείτε!

Πρέπει να οικοδομηθεί μια νέα προοδευτική συμμαχία.Στην πραγματικότητα αυτή η νέα κοινωνική συμμαχία απηχεί τους προοδευτικούς στόχους μιας προοδευτικής στρατηγικής σε ένα κόσμο που αλλάζει. Από τη μια να προστατευθούν οι φτωχοί πληθυσμοί και από την άλλη να απελευθερώσουμε τη δυναμική που φέρνουν οι νέοι άνθρωποι. Στην πράξη ο κοινός παρονομαστής είναι το βασικό εγγυημένο εισόδημα και οι πολιτικές που ευνοούν την νεανική επιχειρηματικότητα και εργασία. Η προσέλκυση νέων ανθρώπων (μέσω και της διεύρυνσης του δικαιώματος ιθαγένειας) αποτελεί προτεραιότητα για την προοδευτική πολιτική, αλλιώς το μέλλον της πολιτικής σε ένα κόσμο που καθορίζεται από όσους είναι 50+ είναι προδιαγεγραμμένο .

Δεν είναι ανάγκη οι ίδιοι φορείς να εκφράζουν και τους φτωχούς και τους νέους χρειάζεται να γίνει η εκπροσώπηση αυτών των κοινωνικών ομάδων συγκλίνουσα και όχι αποκλίνουσα.Σσιαλδημοκράτες και στυλ (oldfashionκαι πρώην ριζοσπάστες), Πράσινοι, εναλλακτικοί, προοδευτικοίμπορούν να βρουν κοινές πολιτικές πλατφόρμες.

Και εδώ ερχόμαστε στα πολιτικά μας εργαλεία

5. Τα θεσμικά εργαλεία της προοδευτικής πολιτικής για την Ελλάδα: Θέσπιση της «Απλής Αναλογικής» τώρα και εισαγωγή μορφών άμεσης δημοκρατίας.

Εδώ και αρκετά χρόνια υποστηρίζω πως αν θέλουμε να ανανεώσουμε την πολιτική ζωή οφείλουμε: α) να εισάγουμε την απλή αναλογική (ιδιαίτερα στην γερμανική εκδοχή, δηλαδή με πλαφόν 4 ή 5% για να μην δύνανται να αναπτύσσονται εύκολα τουλάχιστον «κόμματα του χαβαλέ» και «κόμματα ολιγαρχών») β) να εισάγουμε μορφές άμεσης δημοκρατίας.

Ο δικομματισμός της μεταπολίτευσης έχει πια τελειώσει και πρέπει να ξανασκεφτούμε τις προοπτικές της δημοκρατίας στη χώρα μας. Οι επιλογές που έχουμε τώρα είναι δύο: είτε να ακολουθήσουμε την οδό της πόλωσης που μπορεί να μας οδηγήσει σε νέες περιπέτειες, είτε να αναζητήσουμε τις μεθόδους για συναινετικές λύσεις. Προφανώς «με πρόσημο», αλλά συναινετικές και ευέλικτες.Αν επιθυμούμε το δεύτερο, είναι απαραίτητη η άμεση υιοθέτηση του αναλογικού εκλογικού συστήματος που να ισχύει από τις επόμενες εκλογές.

Η αναλογική δεν φτάνει όμως. Χρειαζόμαστε νέα θεσμικά εργαλεία από το χώρο της άμεσης δημοκρατίας: δημοψηφίσματα και τον θεσμό της ανάκλησης.

Η συζήτηση γύρω την άμεση δημοκρατία εμπεριέχει πολλές παρεξηγήσεις και συγχύσεις. Πρέπει να αποσαφηνιστεί και να υπογραμμιστεί εκ των προτέρων κάτι θεμελιώδες ως προς τη συζήτηση για την εισαγωγή θεσμών άμεσης δημοκρατίας: ο όρος δεν υποδηλώνει την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά μία συμπληρωματική διαδικασία, μια μορφή αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που εκχωρεί στους πολίτες σημαντικό χώρο συμμετοχής μέσα στη νομοθετική πρακτική. Η άμεση δημοκρατία δεν προϋποθέτει την κατάργηση των επιπέδων αντιπροσώπευσης ή την εξάλειψη των πολιτικών κομμάτων ως οργανώσεων παραγωγής και μετάδοσης πολιτικών ιδεολογιών, αξιών, και θέσεων πάνω στη χάραξη δημοσίων πολιτικών.

Το ελβετικό παράδειγμα μας διδάσκει πολλά. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της ελβετικής πολιτικής ζωής που αποτελεί άμεση συνέπεια των εκτεταμένων πρακτικών Άμεσης Δημοκρατίας, είναι η αποδραματοποίηση των εθνικών εκλογών, η πρόσληψη από τους πολίτες των εθνικών εκλογών ως μικρότερης σημασίας συγκριτικά με τη σημασία που τους αποδίδεται σε άλλες χώρες. Αυτό βέβαια οφείλεται στη πεποίθηση των πολιτών πως οι αποφάσεις της κυβέρνησης εξισορροπούνται από τους θεσμούς Άμεσης Δημοκρατίας. Γενικότερα το βασικό πλεονέκτημα του συστήματος της ελβετικής Άμεσης Δημοκρατίας είναι η δυνατότητα της λαϊκής αντίθεσης να εκδηλωθεί ανά πάσα στιγμή. Αυτό όμως δεν σημαίνει, πως η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο εμποδίζονται να κυβερνούν και να νομοθετούν.

Ας μην κρυβόμαστε όμως πίσω από το δάχτυλό μας. Το πιο βασικό επιχείρημα εναντίον της Άμεσης Δημοκρατίας βρίσκεται βαθιά κρυμμένο σε μια εμπεδωμένη αριστοκρατική, εντέλει αντιδραστική αντίληψη πολιτικής λειτουργίας, όχι πολύ μακριά από την επιχειρηματολογία όσων τον 19ο αιώνα αντιτίθονταν στο δικαίωμα καθολικής ψήφου: στη πεποίθηση πως ο μέσος άνθρωπος δεν έχει ούτε τις γνώσεις ούτε και το χρόνο να αφιερώσει σε σύνθετα πολιτικά θέματα∙ πως οι πολιτικές αποφάσεις αφορούν επαγγελματίες καθώς, εντέλει, ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για την πολιτική ως διαδικασία αλλά μόνο ως αποτέλεσμα.

Ο κόσμος μας αλλάζει ραγδαία. Ταυτόχρονα, συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε τα παλιά εργαλεία και κυρίως τα παλιά μυαλά για να αντιμετωπίσουμε νέα πολύπλοκα προβλήματα. Η προοδευτική πολιτική καλείται να αντιμετωπίσει αυτόν το νέο κόσμο, έχοντας γνώση από τη μια της νέας παγκόσμιας συνθετότητας αλλά φέρνοντας τις δικές της αξίες. Στην πραγματικότητα, το αίτημα να κάνουμε καλύτερο τον κόσμο που ζούμε παραμένει επίκαιρο.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑΤΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Αξιότιμοι προσκεκλημένοι της σημερινής εκδήλωσης

Αγαπητοί φίλοι

Ευχαριστώ θερμά τους οργανωτές διότι μου δίνουν την ευκαιρία να εκθέσω την άποψή μου για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, που με απασχόλησε επανειλημμένα, τόσο με αρθρογραφία όσο και με το βιβλίο μου Ποια Αριστερά, ως προς το πρώτο, δηλαδή το ευρωπαϊκό, σκέλος του.

Ωστόσο σήμερα το ερώτημα τίθεται συνδυαστικά και απαιτεί μια πολύ προσεκτική προσέγγιση, διότι δυστυχώς στην χώρα μας αφ’ενός μεν συνηθίζονται τα ψευδεπίγραφα αφ’ετέρου δε υπάρχουνιδιαίτερες συνθήκες που διαφοροποιούν και ταυτόχρονα θολώνουν τον σχετικό προβληματισμό.

1. Ξεκινώ από την Ευρώπη.

Α. Τι είναι ο προοδευτικός χώρος; Για να κατασταλάξουμε σε μια πειστική απάντηση, πρέπει κατά την άποψή μου να αντιδιαστείλουμε τον όρο «πρόοδος» από τον όρο «εκσυγχρονισμός», με τον οποίο συχνά, άλλοτε αφελώς και άλλοτε επιτηδείως, επιχειρείται μια ανεπίτρεπτη ταύτιση.

Ο όρος «Εκσυγχρονισμός» είναι ένας ουδέτερος ιδεολογικοπολιτικά όρος που σημαίνει απλώς την άκριτη προσαρμογή, μέσω ουδέτερων «μεταρρυθμίσεων, στα «σύγχρονα δεδομένα», τα οποία αντιμετωπίζονται περίπου σαν φυσικά φαινόμενα. Αντίθετα, ο όρος «πρόοδος» διαχρονικά προϋποθέτει ιδεολογικές και πολιτικές διεργασίες κριτικής διήθησης αυτών των δεδομένων, ώστε αφ’ενός μεν να αποφευχθεί η εθελοτυφλία, απέναντι στην σύγχρονη πραγματικότητα, αφ’ετέρου όμως να αξιοποιηθούν όλες οι αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες, προκειμένου να αλλάξει αυτή η πραγματικότητα και μάλιστα προς όφελος των ανθρώπων και όχι των αγορών και με ειδικότερη μέριμνα προς αυτούς που οδηγούνται ραγδαία, λόγω των νέων συνθηκών, στην περιθωριοποίηση και στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ποιος εξέφρασε διαχρονικά την πρόοδο στον χώρο της Ευρώπης; Αναμφίβολα, κατά την άποψή μου, η Αριστερά, ιδίως από την στιγμή που συνέδεσε άρρηκτα τον σοσιαλισμό με την δημοκρατία, απορρίπτοντας την λογική της επανάστασης και της «δικτατορίας του προλεταριάτου». Πράγματι, σε αυτήν την Αριστερά, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, οφείλονται κατά βάση οι σημαντικότερες κατακτήσεις ης σύγχρονης δημοκρατίας. Και δεν αναφέρομαι μόνο στο κοινωνικό κράτος αλλά και στην ισοπολιτεία καθώς και στις πλέον προωθημένες εκδοχές του πολιτικού φιλελευθερισμού, που φέρουν έντονη και ανεξίτηλη τη σφραγίδα της. Γι αυτό και είναι εντελώς λάθος, κατά την άποψή μου, να χρησιμοποιούμε σήμερα τον όρο «αστική δημοκρατία», σε αντιδιαστολή, μάλιστα, προς μια ουδέποτε υπάρξασα «προλεταριακή» δημοκρατία.

Β. Κι αυτή η παρατήρηση με φέρνει στο δεύτερο μείζον ζήτημα.

Χρειάζεται σήμερα η Αριστερά, ως έκφραση της προόδου, ή εκπλήρωσε τον ρόλο της και πρέπει να στραφούμε σε άλλες κατευθύνσεις; Η απάντηση μου είναι κατηγορηματική:

Ακόμα και αν δεν υπήρχε σήμερα η Αριστερά, θα έπρεπε να την εφεύρουμε.

Ο πρώτος λόγος είναι γενικός και διαχρονικός: Η Αριστερά είναι η πλέον αυθεντική έκφραση του διαφωτισμού, καθώς είναι η μόνη πολιτική δύναμη που επιδιώκει τον ολόπλευρο αυτοκαθορισμό του ανθρώπου, δηλαδή την απαλλαγή από όλα τα δεσμά του.

Ο δεύτερος λόγος είναι ειδικός και πολύ συγκεκριμένος:

Η σύγχρονη δημοκρατία, που βρήκε το αποκορύφωμά της στο μεταπολεμικό εθνικό4

κράτος, αντιμετωπίζει σήμερα τεράστιους κινδύνους, των οποίων το εύρος και η ένταση δεν έχουν δυστυχώς κατανοηθεί πλήρως.

Το κρισιμότερο σημείο είναι ότι στην γκρίζα ζώνη της παγκοσμιοποίησης έχουν διαμορφωθεί τεράστιες και εξαιρετικά επίφοβες ιδιωτικές εξουσίες, που αποτελούν το alteregoτων ολιγοπωλίων που κυριαρχούν στη διεθνή σκηνή. Αυτές οι εξουσίες έχουν νοσφισθεί μέσα που ανήκαν παραδοσιακά μόνο στα κράτη. Ιδιωτικοί κατασταλτικοί και ιδεολογικοί μηχανισμοί και ιδιωτικά μέσα παρακολούθησης, με τεράστια ισχύ και εμβέλεια, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των διεθνών οικονομικών θεσμών, συνθέτουν έναν γιγαντιαίο ιδιωτικό σύγχρονο Λεβιάθαν, ο οποίος απειλεί κάθε μορφή οικονομικού και πολιτικού πλουραλισμού σε εθνικό επίπεδο και θέτει σε διαρκή διακινδύνευση ακόμη και αυτά που θεωρούνταν έως χθες αυτονόητα...

Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις, η μόνη αξιόπιστη δύναμη αντίστασης και ελπίδας είναι, ή έστω μπορεί να είναι, η Αριστερά. Μια Αριστερά, βέβαια,η οποία πρέπει να ανασυγκροτηθεί εκ βάθρων, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να αποτελέσει το πραγματικό –αλλά και το μόνο αποτελεσματικό, εν δυνάμει– αντίβαρο, απέναντι στην επαπειλούμενη ολιγαρχία των αγορών.

Διότι, βεβαίως, αντίσταση υποτίθεται ότι κάνουν και οι δυνάμεις του ακροδεξιού λαϊκισμού, που επιχειρούν να αναδειχθούν, και δυστυχώς συχνά το καταφέρνουν σε αντίπαλο δέος. Ωστόσο, οι θέσεις και η δράση τους κάθε άλλο παρά φόβητρο αποτελούν απέναντι στον αχαλίνωτο καπιταλισμό και τον φονταμενταλισμό των αγορών. Ο στρουθοκαμηλισμός, ο πείσμων πολιτικός και θρησκευτικός απομονωτισμός και η φυγή προς τα πίσω, προς τις πλέον συντηρητικές και αρτηριοσκληρωτικές εκδοχές του εθνικού κράτους, αποτελούν μακροπρόθεσμα την πιο βέβαιη συνταγή αποτυχίας. Οι διαβρωτικοί άνεμοι και οι αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης δεν αντιμετωπίζονται με ξόρκια και δαιμονοποιήσεις αλλά με συστηματική πολιτική προσπάθεια να επιτευχθεί η αναδιάταξη των μορφών κοινωνικού και δημοκρατικού ελέγχου τους, σε υπερεθνικό πλέον επίπεδο.

Την αναδιάταξη αυτή, όμως, μόνο η Αριστερά μπορεί να την επιτύχει, διότι η Δεξιά –και εννοώ την μετριοπαθή Δεξιά, την κεντροδεξιά αν θέλετε– δυστυχώς έχει αποδειχθεί, στο σύνολό της υποτακτική, για να μην πω ψοφοδεής, απέναντι στα εν γένει ιδιωτικά συμφέροντα.

Γ. Και φθάνουμε στο τελευταίο κρίσιμο ερώτημα: Μπορεί η σημερινή Αριστερά στην Ευρώπη να επιτελέσει έναν τέτοιο ρόλο;

Η θέση μου είναι ευθέως αρνητική. Μόνο μια νέα πλουραλιστική και ρηξικέλευθη Αριστερά, που θα οργανωθεί σταδιακά σαν ενιαία πολιτική δύναμη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών.

Αναμφίβολα, όμως, μια τέτοια Αριστερά δεν θα προκύψει από παρθενογένεση. Πρέπει, αντίθετα, να αποτελέσει διαλεκτική σύνθεση, σε μια νέα ποιότητα, των τριών κατ’αρχήν ιστορικών πολιτικών ρευμάτων, που είναι συμβατά με την αντίληψη μιας ανοιχτής, δημοκρατικής και αλληλέγγυας κοινωνίας:

Πρώτον και σπουδαιότερον, η σοσιαλδημοκρατία, η οποία στις καλύτερες στιγμές της πραγμάτωσε την πλέον προωθημένη εκδοχή της κοινωνικής δημοκρατίας, δηλαδή το κοινωνικό κράτος, που δεν ήλθε καταλύσαι αλλά πληρώσαι την πολιτική δημοκρατία, για να θυμηθώ τον αείμνηστο Δάσκαλό μου Αριστόβουλο Μάνεση.

Δεύτερον ο ευρωκομμουνισμός, ο οποίος, κόβοντας αποφασιστικά τον ομφάλιο λώρο με τον σταλινισμό, συνέβαλε καθοριστικά στην απελευθέρωση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων από τον δογματισμό και χρωμάτισε, με σημαντικές ιδεολογικές επεξεργασίες και πολιτικές πρωτοβουλίες, τόσο την θεωρία όσο και την πράξη της Αριστεράς.

Τρίτον, η πολιτική οικολογία, η οποία εμπλούτισε σημαντικά τόσο την πολιτική ατζέντα όσο και την κινηματική δράση της Αριστεράς.

Ωστόσο, και τα τρία αυτά ρεύματα βιώνουν σήμερα, το καθένα χωριστά, μια βαθιά και σχεδόν υπαρξιακή κρίση. Τόσο η σοσιαλδημοκρατία όσο και οι υπόλοιπες, στον βαθμό που τους αναλογεί, δεν «ήκουσαν την βουή των επερχόμενων γεγονότων» για να παραφράσουμε τον ποιητή, με αποτέλεσμα να βρεθεί ανέτοιμες να επιβάλουν την πρωτοκαθεδρία του πολιτικού στις νέες εξελίξεις, να μείνουν περιχαρακωμένες σε έναν ιδιότυπο πολιτικό επαρχιωτισμό, να υποστούν πολλαπλές ιδεολογικές μεταλλάξεις, προσπαθώντας να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα, και σε πολλές περιπτώσεις να υποταχθούν στην κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας και να μετατραπούν σε «καθεστωτική» δύναμη.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι μια εκλογική συμμαχία που θα αθροίσει απλώς προβληματικούς επί μέρους χώρους, αλλά μια νέα πολιτική σύνθεση της Αριστεράς, με δύο στόχους:

Πρώτον να επικαιροποιήσει τις καλύτερες στιγμές των παραπάνω χώρων (της σοσιαλδημοκρατίας του Μπερνστάιν, του Κάουτσκυ, του Πάλμε και του Μπράντ, του ευρωκομμουνισμού του Γκράμσι και του Μπερλιγκουέρ, και της οικολογίας των κινημάτων).

Δεύτερον, να αρθρώσει, εκκινώντας από τις στιγμές αυτές, έναν σύγχρονο λόγο αντίστασης και ελπίδας, που θα αποβλέπει αφενός μεν στην υπεράσπιση των κοινωνικών και δημοκρατικών κατακτήσεων και αφετέρου, έστω και εν δυνάμει, για να μην έχουμε αυταπάτες, στον ριζικό μετασχηματισμό της σημερινής καταθλιπτικής πραγματικότητας.

Στο σημείο αυτό, όμως, απαιτούνται και κάποιες επιπλέον διευκρινίσεις:

Κατ’αρχάς, η ζητούμενη εναγωνίως Αριστερά δεν μπορεί να έχει καμία σχέση με τις δυνάμεις του προλεταριακού παλαιοημερολογητισμού, πολλώ δε μάλλον του σταλινικού ολοκληρωτισμού, υπό την όποια εκδοχή τους.

Επιπλέον, όμως, στην Αριστερά αυτήν δεν μπορούν να συνυπολογίζονται οι δυνάμεις του πολιτικού ερμαφροδιτισμού, όπως αυτός εξειδικεύεται από ένα χύμα και επαμφοτερίζον «κέντρο», το οποίο κατά κανόνα δομείται γύρω από ιδιοτελείς προσωπικές επιδιώξεις. Για να παραφράσω το Ευαγγέλιο, πρέπει να είναι κανείς είτε ζεστός είτε ψυχρός, διότι, η ιστορία «μέλει εμέσαι» τους χλιαρούς...

Και κλείνω με ένα μεγάλο ερωτηματικό, που σχετίζεται πλέον άμεσα και με το δεύτερο σκέλος της σημερινής συζήτησης:

Είναι συμβατή με μια σύγχρονη και επίκαιρη θεώρηση η λεγόμενη ριζοσπαστική Αριστερά;

Το ερώτημα αυτό δεν επιδέχεται εύκολες και επιδερμικές απαντήσεις.

Εν πρώτοις διότι η σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της, είναι απότοκος της κρίσης των παραδοσιακών ρευμάτων της Αριστεράς. Προέκυψε περισσότερο σαν δύναμη αντίδρασης παρά σαν οργανωμένη πολιτική απόπειρα μιας νέας πολιτικής στοχοθεσίας.

Κατά δεύτερον, η Αριστερά αυτή δεν είναι ενιαία, ούτε ως προς τις πολιτικές της καταβολές ούτε ως προς την εκφορά του λόγου και την δράση της. Υπήρξαν διάφορες πολιτικές ροές που διαμόρφωσαν την κατά περίπτωση φυσιογνωμία της και που επηρέασαν, ως εκ τούτου, την στάση της.

Το κύριο όμως χαρακτηριστικό της δεν είναι κατά την άποψή μου ο λαϊκισμός, όπως λέγεται συχνά, αλλά ο αριστερισμός, δηλαδή το ότι κατά κανόνα διατυπώνονται μαξιμαλιστικές και ανερμάτιστες πολιτικές θέσεις και προτάσεις ερήμην των εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών δεδομένων. Υπάρχουν βέβαια και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά σε αυτήν την Αριστερά, αλλά από το σημείο αυτό μέχρι να καλύπτονται με τον όρο λαϊκισμός όλες οι παθολογικές πολιτικές συμπεριφορές, υπάρχει μια απόσταση. Και η απόσταση αυτή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν πολλές από τις αντιλαϊκιστικές κορώνες υποκρύπτουν μια εγγενή πολιτική απέχθεια, ιδίως των «τεχνικών της εξουσίας», απέναντι στον ίδιο τον λαό και την λαϊκή κυριαρχία.

Η θέση μου λοιπόν είναι ότι δεν υπάρχει μια συνολική απάντηση για το αν μπορεί η εν γένει ριζοσπαστική Αριστερά να ενταχθεί σε μια Νέα Ευρωπαϊκή Αριστερά που θα δώσει ελπίδα και προοπτική στους λαούς της Ηπείρου μας. Είναι άλλο η σουηδική και η πορτογαλική ριζοσπαστική Αριστερά, για παράδειγμα, και άλλο το κόμμα του Μελανσόν. Εξαρτάται από το εάν και κατά πόσο μια τέτοια Αριστερά είναι διατεθειμένη να ξεφύγει από μια στείρα και ισοπεδωτική καταγγελτική συνθηματολογία και να εγκύψει στα σημερινά προβλήματα με την στάση και την προσέγγιση μιας σοβαρής και υπεύθυνης πολιτικής δύναμης. Με άλλα λόγια, το μεγάλο ζητούμενο, για μια τέτοια ριζοσπαστική Αριστερά, είναι όχι να μετατραπεί σε σοσιαλδημοκρατία, όπως λέγεται συχνά ελαφρά τη καρδία, αλλά να αποφασίσει να συνεισφέρει εποικοδομητικά το νέο ρίγος και σφρίγος που κομίζει σε μια συνολική προσπάθεια ενεργοποίησης των κουρασμένων αντανακλαστικών της σύγχρονης Αριστεράς.

2. Μετά από αυτήν την γενική τοποθέτηση, ας έρθουμε πλέον στα δικά μας:

Α. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι με τα προηγούμενα έδωσα ήδη την απάντηση και στο δεύτερο σκέλος της σημερινής μας συζήτησης. Δυστυχώς, όμως η ελληνική πραγματικότητα δεν επιτρέπει τόσο εύκολες αναγωγές. Και εξηγούμαι:

Ξεκινάω με τον όρο Αριστερά. Παντού στην προηγμένη δημοκρατικά Ευρώπη τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εντάσσονται (και αυτοεντάσσονται) στην Αριστερά. Μόνο στην Ελλάδα –για ιστορικούς αλλά και για προπαγανδιστικούς, επ’εσχάτων, λόγους– ο όρος Αριστερά ταυτίζεται με την κομμουνιστογενή εκδοχή της με αποτέλεσμα το ανιστόρητο «πρώτη φορά Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα πρώτη φορά Αριστερά, τύποις και ουσία, ήταν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου...

Συνεχίζω με την σημερινή πραγματικότητα του ευρύτερου προοδευτικού χώρου. Θα το πω απλά και χωρίς περιστροφές. Το μεγάλο πρόβλημα για έναν ουσιαστικό διάλογο είναι ότι στον χώρο αυτόν κινούνται δύο σχήματα βαθύτατα προβληματικά. Θα έλεγα, χρησιμοποιώντας μια χαρακτηριστική έκφραση που έχουμε στη βόρεια Ελλάδα, ότι εν πολλοίς το μεν Κίνημα Αλλαγής είναι γιαλαντζί σοσιαλδημοκρατία, ο δε ΣΥΡΙΖΑ είναι γιαλαντζί Αριστερά.

Το Κίνημα Αλλαγής είναι ένας χώρος του οποίου ο κορμός, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, βίωσε την μεγαλύτερη ίσως κρίση που βίωσε πολιτικός σχηματισμός στην Ευρώπη. Δεν είναι του παρόντος, φυσικά, να αναλύσουμε τα αίτια. Το βέβαιο είναι ότι επρόκειτο για έναν ιδιότυπο πολιτικό φορέα της σοσιαλιστικής Αριστεράς, ο οποίος, ενώ είχε εξαιρετικά θετική συμβολή –παρά τα πολλά αρνητικά του– στην διαμόρφωση της μεταπολιτευτικής πραγματικότητας γνώρισε στον νέο αιώνα αλλεπάλληλες και επώδυνες πολιτικές μετατοπίσεις και μεταλλάξεις. Αυτές, σε συνδυασμό με λάθος επιλογές των ηγεσιών του, το αποδυνάμωσαν, το απέκοψαν σταδιακά από τις λαϊκές του ρίζες και εν τέλει το μετέτρεψαν σε «καθεστωτική» συνιστώσα του πολιτικού συστήματος, με αποτέλεσμα να βρεθεί ανέτοιμο και να μην αντέξει στην πίεση της κρίσης, χάνοντας το μέγιστο μέρος της λαϊκής του βάσης, ιδίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Το τελευταίο διάστημα υπήρξε μια προσπάθεια ανασυγκρότησης –μέσω του ευρύτερου σχήματος του Κινήματος Αλλαγής– αλλά η ενθαρρυντική συμμετοχή στην ανάδειξη ηγεσίας δεν είχε την ανάλογη συνέχεια. Έγινε μια διαδικασία που ονομάσθηκε Συνέδριο, χωρίς κανείς να είναι αιρετός, και στη συνέχεια ο χώρος χάθηκε στη μετάφραση, καθώς είναι προφανές ότι μαστίζεται από διχασμό προσωπικότητας, για να χρησιμοποιήσω έναν ιατρικό όρο. Ναι μεν δεν επικράτησε επίσημα η άποψη ότι ο χώρος πρέπει να είναι κάτι σαν αναβίωση της παλαιάς «Ενωσης Κέντρου», στην πράξη όμως υπάρχει μια διαρκής διελκυστίνδα. Οι μεν τραβούν προς αυτήν την κατεύθυνση, με νέο πρότυπο, πλέον, τον Μακρόν – αγνοώντας, όμως τα διαφορετικά δεδομένα του ημιπροεδρικού συστήματος– οι δε άλλοι, ακόμη και οι εκ της ανανεωτικής Αριστεράς ορμώμενοι, ανακάλυψαν ξαφνικά την κρυφή γοητεία της σοσιαλδημοκρατίας, χωρίς όμως να προεκτείνουν όλοι την θέση τους προς την κατεύθυνση διαμόρφωσης ενός νέου πόλου της ευρείας Αριστεράς...

Αν σε αυτά προστεθεί η πολυγλωσσία –που ήταν αναπόφευκτη από τη στιγμή που επιλέχθηκε ένας χαλαρός εκλογικός συνασπισμός αντί ενός σφικτού ομοσπονδιακού σχήματος– γίνεται νομίζω φανερό το γιατί ο χώρος αυτός ετεροκαθορίζεται, ταλανιζόμενος από τα διλήμματα που του θέτουν άλλοι αντί να ορίζει ίδιος την ιδεολογική και πολιτική του ατζέντα.

Β. Και έρχομαι στον ΣΥΡΙΖΑ, που υπήρξε ο μεγάλος ωφελημένος των ραγδαίων ανακατατάξεων που επήλθαν στο πολιτικό σκηνικό μετά την κρίση. Τι είναι τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ; Αναμφίβολα είναι ένα αξιοπρόσεκτο πολιτικό φαινόμενο, καθώς η εκτόξευσή του από το 3% στην κυβερνητική πλειοψηφία δεν συναντάται εύκολα. Παράλληλα όμως υπήρξε και δέσμιος αυτής της ξαφνικής εξέλιξης. Ένας χαλαρός συνασπισμός κομμάτων και προσώπων –μεταξύ των οποίων κάποια κινούνταν μεταξύ Πολ Ποτ και ΠέπεΓκρίλο– με θέσεις που ήταν ο ορισμός του κατά Λένιν αριστερισμού, κλήθηκε να διαχειρισθεί τις τύχες της χώρας στην πιο κρίσιμη ίσως περίοδο της σύγχρονης ιστορίας της. Τα γεγονότα, έκτοτε, είναι γνωστά και δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κόμμα, μετά από απόχρεμψη των πλέον προβληματικών συνιστωσών του, και κράτησε την κυβέρνηση για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από όσο περίμεναν και οι πλέον αισιόδοξοι από τους οπαδούς του.

Χωράει λοιπόν ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική μιας νέας προοδευτικής Παράταξης, δηλαδή μιας νέας πλουραλιστικής Αριστεράς, κατά την δική μου θεώρηση;

Η άποψή μου θα σας ξαφνιάσει, με βάση την γενική μου προσέγγιση, αλλά πιστεύω ότι τουλάχιστον πριν από τις εκλογές η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική.

Πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε γραμμή πλεύσης ως προς την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας και αυτό είναι εξαιρετικά θετικό.

Πράγματι, επίσης, προσαρμόσθηκε ως προς την οικονομική πολιτική, με αποτέλεσμα να είναι πλέον ορατή η –τυπική έστω– έξοδος από τα μνημόνια.

Πράγματι συνδέθηκε με την σοσιαλιστική Ομάδα του Ευρωκοινοβουλίου, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο και στενότερων ακόμη σχέσεων με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Ωστόσο, όλα αυτά δεν σημαίνουν εξ ορισμού ότι έγινε σοβαρή και υπεύθυνη δύναμη της Αριστεράς. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν και σαν κλασική αντίδραση του ηγετικού μηχανισμού ενός αριστερίστικου κόμματος το οποίο αφού βρήκε τοίχο, επειδή είχε αλλά και καλλιεργούσε συστηματικά αυταπάτες, αποφάσισε να διατηρήσει πάση θυσία την εξουσία, αλλάζοντας άρδην πολιτική συμπεριφορά και μετατρεπόμενος στον πλέον υποδειγματικό εφαρμοστή ακόμη και συνταγών του ευαγγελίου του νεοφιλελευθερισμού,

δηλαδή της συναίνεσης της Ουάσιγκτον.

Προσέξτε, δεν λέω ότι οπωσδήποτε είναι έτσι. Τίποτα όμως δεν αποκλείει να είναι πράγματι έτσι, όσο οι αλλαγές που έγιναν δεν συνοδεύονται από ανάλογες προσαρμογές τόσο σε κομματικό όσο και σε κυβερνητικό επίπεδο, που να δείχνουν ότι όντως υπάρχει αλλαγή παραδείγματος.

Και δεν αναφέρομαι μόνον στην από καιρό οφειλόμενη συγγνώμη πρώτον για τα έκτροπα των οπαδών του την περίοδο του «αντιμνημονιακού» αγώνα, με τις ανεπίτρεπτες εκφράσεις και τους προπηλακισμούς, δεύτερον για τον τρόπο με τον οποίο οδήγησε τη χώρα στις εκλογές, τραυματίζοντας το Σύνταγμα, και τρίτον για το ανεκδιήγητο κατ’ευφημισμόν «δημοψήφισμα», που αποτέλεσε ζωντανή δυσφήμηση της άμεσης λαϊκής συμμετοχής.

Εξ ίσου προβληματικές είναι και πολλές πτυχές της πολιτικής του μετά τις δεύτερες εκλογές, αρχής γενομένης από τον εκ νέου σφικτό εναγκαλισμό του πρωθυπουργού με τον χαρακτηριστικότερο εκφραστή της λούμπεν ακροδεξιάς, χωρίς καμία συζήτηση, έστω για τα μάτια, με τους δύο τότε φορείς της κεντροαριστεράς προς τους οποίους τώρα εξαπολύει επιθέσεις φιλίας.

Αλλά και πέρα από αυτό, η σημερινή κυβέρνηση έχει δώσει τόσα και τέτοια αρνητικά δείγματα γραφής, ιδίως απέναντι στο

Περισσότερα άρθρα